Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Εκατό χρόνια από τη γέννηση
του Ποιητή της Θάλασσας

«Έτος Νίκου Καββαδία» έχει κηρυχθεί το 2010 καθώς φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή.


Ο θαλασσινός ποιητής, ναυτικός, Νίκος Καββαδίας ή «Κόλλιας» γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 σε μια επαρχιακή πόλη του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες. Σ’ αυτή τη μικρή ρωσική πόλη...γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια (Ευγενία) κι ο Μήκιας (Δημήτρης). Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων με κύριο πελάτη τον τσαρικό στρατό.

Το 1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι σ
την Ελλάδα το 1921, τσακισμένος και ανίκανος να προσαρμοσθεί στην ελληνική πραγματικότητα.

Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά.

Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως "ναυτόπαις" και μπαρκάρει τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".
Το 1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός
τραυματιοφορέας και αργότερα λόγω της ειδικότητάς που είχε ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.

Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι αφού έχει εξασφαλίσει την άδεια της ασφάλειας, που τον θεωρεί "κομμουνιστή άνευ δράσεως" και του χορηγεί ειδικά διαβατήρια περιορισμένης χρονικής ισχύος. Έπειτα, από το 1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα.

Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού, Αργύρη, το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φίλιππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.
Το 1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

-Μαραμπού (Άγρα)
Κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1933. Πιο γνωστά ποιήματα: Μαραμπού Ένα Μαχαίρι Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί Mal du Depart
-Πούσι (Άγρα)
Κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1947. Πιο γνωστά ποιήματα: Πούσι Kuro Siwo Αρμίδα Καραντί Σταυρός του Νότου
-Βάρδια (Άγρα)
Μυθιστόρημα. Κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1954.
-Τραβέρσο (Άγρα)
Κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του το 1975. Πιο γνωστό ποίημα το Φάτα Μοργκάνα. Λι (Άγρα) Νουβέλα, που γράφτηκε το Δεκέμβριο του 1968 και κυκλοφόρησε το 1987.
-Του Πολέμου - Στο άλογό μου (Άγρα)
Δύο μικρά πεζά, που κυκλοφόρησαν το 1997.



Η μαϊμού


Κάποτε, σ' ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού,
δίνοντας μια πολύχρωμη, μεταξωτή γραβάτα
σ' έναν αράπη, μια μικρή αγόρασα μαϊμού
με μάτια γκρίζα, σκοτεινά και πονηρία γεμάτα.

Τις πρώτες μέρες μοναχή στης πλώρης μια γωνιά,
ξερνούσε και με κοίταζε βουβή και λυπημένη
μα σαν πέρασε καιρός, ερχόταν μοναχή
κι ώρες πολλές στον ωμό μου ξεχνιόταν καθισμένη.

Στα πόρτα τις αγόραζα μπανάνες και γλυκά
κι έξω μ' ένα μικρό σκοινί την έβγαζα δεμένη
κι αφού σ' όλα καθόμασταν και πίναμε τα μπαρ
στο φορτηγό γυρίζαμε κι οι δυο μας μεθυσμένοι.

Κάποια φορά που πήγαινα μαζί της σκεφτικός
εξέφυγ' απ' τα χέρια μου χαρούμενη και πάει.
Είχε προτέρημα πολύ μεγάλο: Να σιωπάει.
Μα είχε κι απ' την ύπουλη καρδιά της γυναικός



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου